- πλατυγίζω
- Α1. (για τη χήνα ή για άλλο νηκτικό πτηνό) χτυπώ το νερό με τις φτερούγες μου2. μτφ. φέρομαι αλαζονικά, καυχιέμαι για κάτι, κομπορρημονώ.[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί από το επίθ. πλατύς κατά τα πλαταγέω και πτερυγίζω].
Dictionary of Greek. 2013.